Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

ΦΩΝΗΤΙΚΟΣ ΔΥΝΑΜΙΚΟΣ ΤΟΝΙΣΜΟΣ

Θα ήταν για μένα χαρά άν οι κατωτέρω σκέψεις μου θα μπορούσαν να «πυροδοτήσουν» έναν διάλογο μεταξύ ενδιαφερομένων για την γλώσσα μας.

Είναι γεγονός οτι η γραφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αρχικά ήταν μεγαλογράμματη (κεφαλαία γράμματα), χωρίς τόνους και πνεύματα (οξεία, βαρεία, περισπωμένη, ψιλή, δασεία και υπογεγραμμένη). Τα προηγούμενα κατέστη αναγκαίο να εισαχθούν, σε συνδυασμό με την χρησιμοποίηση μικρογράμματης γραφής, για να απεικονίσουν και να αποτελέσουν την παρακαταθήκη του τρόπου εκφοράς της γλώσσας, σε εποχές που η ελληνική διαδιδόταν σε αλλόγλωσσους, πέραν και εντός των "συνόρων " του ελληνικού χώρου και έπρεπε να εξασφαλιστεί και να διευκολύνεται η σωστή εκφορά της απο τους ξένους για επικοινωνιακούς βέβαια λόγους. Ετσι η γραφή της τότε γλώσσας εμπεριείχε τον "κώδικα" της εκφοράς της μέσω των προαναφερθέντων τόνων και πνευμάτων.
Με την πάροδο τόσων αιώνων σιγά-σιγά οι τόνοι και κυρίως τα πνεύματα έπαψαν να έχουν σχέση με την εκφορά της γλώσσας.
Στα πλαίσια αυτά η απόφαση της σύγχρονης ελληνικής πολιτείας να καταργήσει τόνους και πνεύματα και να καθιερώσει το μονοτονικό αντιπροσώπευε μιά φυσική εξέλιξη στην γραφή της γλώσσας μας.
Καί εδώ, στόν απόηχο των πανηγυρισμών μεν απο την πλευρά των θιασωτών του μονοτονικού, των θρήνων δέ απο την πλευρά των υπεραμυνομένων του πολυτονικού, εδώ, επαναλαμβάνω, είναι που θα πρέπει να έρθουμε στην αντιμετώπιση ενός άλλου προβλήματος και να διερωτηθούμε κοντολογής:
Ο σημερινός μονοτονικός τονισμός των κειμένων της ελληνικής μας γλώσσας βοηθάει άραγε καθόλου την εκφορά της γλώσσας, «κρατάει δηλαδή τα κλειδιά», είναι ο κώδικας για την εκφορά της και την, γιατί όχι, «μουσική της»;
Πολύ αμφιβαλλω !
Το μονοτονικό σύστημα εφαρμόζεται σήμερα θεωρώντας οτι τα κείμενα είναι συνονθυλεύματα λέξεων (απο άποψη σήμανσης της εκφοράς), ενώ ο τόνος μπαίνει (ή δέν μπαινει) σε κάθε λέξη όχι βάσει της προσωδικής αξίας της κάθε συλλαβής αλλά με γνώμονα το πώς η λέξη (ή οι πτώσεις της ή οι χρόνοι άν πρόκειται για ρήμα), εμφανίζεται στο λήμμα ενός λεξικού ή σε μιά γραμματική της νεοελληνικής γλώσσας, όχι δηλαδή βάσει ενός κειμενοστρεφούς ή κειμενοδέσμιου τονισμού των λέξεων που εκάστοτε συνιστούν μιά φράση.
Τί πρέπει λοιπόν να γίνει ; Μα, να προσπαθήσουμε να βάζουμε τόνο στις λέξεις μόνον όπου αυτές πράγματι τονίζονται (αν κάν τονίζονται) στον προφορικό λόγο. Στήν αρχή σίγουρα θα είναι δύσκολο και θα απαιτεί λίγη στιγμιαία περισυλλογή, αργότερα όμως θα γίνει ο γνώμονας για την αρμονική σύζευξη του γραπτού και προφορικού λόγου, θα είναι μιά "μουσική" γραφή του ελληνικού κειμένου υποταγμένη στον πολύ ωραίο και εκφραστικό προφορικό ελληνικό λόγο, θα είναι η βακτηρία για έναν ξένο ο οποίος, έχοντας πρόσβαση στα ελληνικά μόνο μέσω κειμένων, θα θέλει να "ακούσει" τα ελληνικά με την σωστή δυναμική εκφορά τους διαβάζοντας ένα κείμενο. Επίσης θα είναι και μιά βοήθεια για κάποιους εκφωνητές του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης (ιδιαίτερα γι'αυτούς που ενώ τους ακούς να μιλάνε βέβαια ελληνικά, με την ηθελημένη ή αθέλητη επιλογή τους να τονίζουν εκεί που δέν πρεπει σου περνάνε την αίσθηση οτι ακούς την "μουσική" και την προσωδία μιάς ξένης γλώσσας) και ακόμη ίσως και για τους σπουδαστές των δραματικών σχολών μας.
Μα, θα πούνε κάποιοι, πώς με τον τρόπο αυτό θα αντιπροσωπευτούν τόσες τοπικές ανα την Ελλάδα εκφορές του ελληνικού λόγου;
Η απάντηση είναι η εξής: Οι τοπικές αυτές εκφορές δέν κινδυνεύουν καθόλου ακριβώς επειδή είναι τοπικές. Αυτό που κινδυνεύει είναι η εκφορά της standard Νεοελληνικής, μιά εκφορά έρμαιο κάθε λογής επηρειών απο σχετικούς και άσχετους αναγκαστικούς και de facto γκουρού της πανελλήνιας οπτικοακουστικής πληροφόρησης με αρκετές οπωσδήποτε φωτεινές εξαιρέσεις ευτυχώς.
Η standard Νεοελληνική θέλει μια κατατεθειμένη γραπτή εκφορική ταυτότητα, μια ακουστική «υπογραφή», μια «μουσική». Θα της την εξασφαλίσει η μέριμνά μας να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη να βάζουμε στα κείμενά μας τόνους μόνον όπου το απαιτεί ο σωστός προφορικός λόγος.
Στην συνέχεια και κλείνοντας , παρατίθενται, έτσι στην τύχη, φράσεις όπου υπάρχουν κοινές λέξεις που απαιτούν όμως διαφορετικό τονισμό (ή μή τονισμό) ανάλογα με την αντίστοιχη φράση:
1)"άρχισε πρώτα απο τα μονά και μετά πηγαινε στα ζυγα" (έμφαση στο “άρχισε”, στο “πρώτα”, στο “μονά” και στο “μετά”)
2)"άρχισε πρωτα και μετά, το ξανασκέπτεσαι" (έμφαση στο “άρχισε” και στο “μετά”)
3)"καί τα μονα, καί τα ζυγα" (έμφαση στα “και”)
4)"πήγαινε τώρα αμέσως στα ζυγα" (έμφαση στο “πήγαινε”, στο “τώρα” και στο “αμέσως”)
5)"ύστερα πας στα μονα" (έμφαση στο “ύστερα”)
6)"τώρα πηγαινε, όχι υστερα" (έμφαση στο “τώρα”)
7)“ πές τους οτι θα αργήσω“ (έμφαση στο “πές” και στο “αργήσω”)
8)" μετά Χριστον" (έμφαση στο “μετά”)
9)“ μετα της συζύγου“ (έμφαση στο “συζύγου”)
10)“ότι και να σου πώ λίγο θαναι“ (εδώ βεβαίως παύει η ανάγκη να βάλουμε κόμμα στο οτι, αφού με τον δυναμικό τονισμό διαφοροποιούνται σαφώς τα δύο “ότι” δηλαδή το παρόν και το του παραδείγματος 7)
11)“δέν ορρωδεί προ ουδενός “ (έμφαση στο “δέν”, στο “ορρωδεί” και στο “ουδενός”)
12)“πρό του πολεμου” (έμφαση στο “πρό”)

Παρατηρούμε οτι οι λέξεις πρώτα, ύστερα, πήγαινε, καί, μονά, μετά, ότι, πρό, ανάλογα με την φράση τονίζονται ή δέν τονίζονται και τούτο ανάλογα με την δυναμική εκφορά που εκάστοτε απαιτείται.
Φανταστείτε έναν εκφωνητή των παραπάνω φράσεων να τις τονίζει κατα την εκφορά τους, όχι όπως τονίζονται παραπάνω αλλα βάσει του μονοτονικού όπως εφαρμόζεται σήμερα. Θα γέλαγε κάθε πικραμένος.
Τελειώνοντας, ας διερωτηθούμε : έχει άραγε κανένα νόημα σε ένα κείμενο η συνοδεία των λέξεών του απο τόνους όταν στον αντίστοιχο σωστό προφορικό λόγο δέν τις τονίζουμε στην συλλαβή όπου (κακώς) σημειώνουμε (σύμφωνα με το μονοτονικό) τόνο ή δέν τις τονίζουμε κάν ;
Εξυπακούεται βέβαια οτι προκειμένου για μεμονωμένες λέξεις όπως πχ. στα λήμματα των λεξικών και στις γραμματικές ο τονισμός βεβαίως δέν μπορεί παρα να είναι ο μέχρι σήμερα καθιερωμένος που άλλωστε είναι και εναρμονισμένος με την σωστή εκφορά της μεμονωμένης λέξης.
Εν κατακλείδι ιδού άλλος ένας λόγος για τον οποίον έχει βάση η ανάγκη σημείωσης του δυναμικού τονισμού στα κείμενα. Είναι ένα εργαλείο για τον σωστό δυναμικά τρόπο ανάγνωσης του νεοελληνικού κειμένου απο τους πολυπληθείς μετανάστες που έχουν εγκατασταθεί στην χώρα μας και αποτελούν σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της αλλά και από όποιον ξένο ενδιαφέρεται να μάθει ελληνικά, σε μιά συγκυρία αντίστοιχη με την, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, εποχή της εισαγωγής των τόνων και πνευμάτων στην ελληνιστική εποχή για τους προαναφερθέντες λόγους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου